Οι καλλιτέχνες επανεξετάζουν την αρχαιότητα τόσο ως υλικό αρχείο όσο και ως μεταφορικό πεδίο: μια δεξαμενή θραυσμάτων ανοιχτών στην ερμηνεία, την επανενεργοποίηση και την κριτική. Στον πυρήνα της έκθεσης βρίσκεται η γοητεία που ασκεί το θραύσμα και το ατελές – το πώς το αποσπασματικό και το αινιγματικό μπορούν να αποτελέσουν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της φαντασίας. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες που στο έργο τους πραγματεύονται την κλασική αρχαιότητα συχνά προσεγγίζουν τα ερείπια όχι ως σύμβολα της απώλειας, αλλά ως τεκμήρια αντοχής, μετασχηματισμού και εκ νέου ερμηνείας.
Τα έργα τους εξετάζουν την πράξη της ανασύνθεσης υπό ένα νέο σύγχρονο πρίσμα, δείχνοντας πώς κάθε απόπειρα αναβίωσης του αρχαίου κόσμου δεν είναι τελικά παρά μια αφηγηματική πράξη. Αποδεχόμενοι τη διαβρωτική δράση του χρόνου, το αινιγματικό και την υποκειμενικότητα, οι καλλιτέχνες αυτοί προτείνουν πως ό,τι επιβιώνει σήμερα από την αρχαιότητα δεν επιβιώνει μόνο ως υλικότητα αλλά και ως κάτι το εννοιακό: ένας συνεχιζόμενος διάλογος μεταξύ αυτού που κατέρρευσε και αυτού που επιλέγουμε να οικοδομήσουμε ξανά.
Από αυτή την αντίληψη της αποσπασματικότητας αναδύεται μια νέα προβληματική του σώματος και του μύθου – των ανθρώπινων μορφών και αφηγημάτων μέσω των οποίων εξακολουθεί να μας μιλά η αρχαιότητα. Το ανθρώπινο σώμα όπως το αποτύπωσε η κλασική περίοδος, μια φόρμα εξιδανικευμένη και κωδικοποιημένη διαμέσου των αιώνων, γίνεται σήμερα εστία αναθεώρησης, επανερμηνείας και κριτικής. Η σύγχρονη καλλιτεχνική φαντασία επαναπροσεγγίζει τους αρχαίους μύθους μέσα από το πρίσμα κουίρ, φεμινιστικών, αποδομητικών ή μετααποικιοκρατικών αναγνώσεων, καθιστώντας φανερό τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίες αυτές ιστορίες διαμόρφωσαν τα ιδανικά της ομορφιάς, της εξουσίας και της κοινότητας.
Επανακατοικώντας μορφές όπως αυτές τις Αφροδίτης, του Απόλλωνα ή της Μέδουσας, εμφυσούν μια πνοή σύγχρονης υποκειμενικότητας σε γλυπτικά - η και αρχιτεκτονικά - αρχέτυπα, μετουσιώνοντας το στατικό σύμβολο σε μια ζωντανή, κριτική παρουσία. Μέσω αυτών των πράξεων αναβίωσης , η έκθεση διατυπώνει το ερώτημα: πώς μπορούν να ξαναγραφούν οι μύθοι που μας κληροδότησε ο αρχαίος κόσμος έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν σημερινή συνθήκη; τι σημαίνει θα ζούμε ανάμεσα στα θραύσματα και πως συνομιλούν με το σήμερα;
Η επιστροφή αυτή στους αρχαίους μύθους αφορά συγχρόνως και τις υλικές πρακτικές. Στο πλαίσιο του διαλόγου μεταξύ αρχαίου τεχνουργήματος και σύγχρονης τεχνολογίας, οι καλλιτέχνες μεταφράζουν τα απτικά ιδιώματα του μαρμάρου, του πηλού και του χρώματος στην ψηφιακή γλώσσα της σάρωσης, της προβολής και της τρισδιάστατης εκτύπωσης (3D printing), αλλά και της κινούμενης η διαμεσολαβημένης εικόνας. Η διαδικασία μετάφρασης αυτής της υλικής γλώσσας αναδεικνύει τόσο τις συνέχειες όσο και τις ρήξεις – την επίμονη παρουσία της ανθρώπινης περιέργειας διαμέσου των αιώνων, αλλά και τις μετατοπίσεις που υφίστανται οι έννοιες του αυθεντικού και του πρωτότυπου. Στα έργα της έκθεσης, οι αρχαίες μορφές ξαναδουλεύονται μέσω εργαλείων που συμβάλλουν στη διατήρησή τους την ίδια στιγμή που τις μετασχηματίζουν, υπαινισσόμενα τελικά πως και η ίδια η αρχαιολογία είναι μια δημιουργική πράξη – μια πράξη που πλάθει διαρκώς το παρελθόν κατ’ εικόνα του παρόντος. Η πρακτική των καλλιτεχνών που συμμετέχουν στην έκθεση βασίζεται στην έρευνα, ενώ παράλληλα μαρτυρά μια μακρόχρονη ενασχόληση με την ιστορία και τη μνήμη, καθώς και ένα ενδιαφέρον για την αρχαιολογία ως μέσο ανάκλησης, καταγραφής και επανεξέτασης ιστορικών γεγονότων. Η ίδια η καλλιτεχνική διαδικασία συχνά μοιάζει με αυτή ενός αρχαιολόγου, καθώς οι σύγχρονοι καλλιτέχνες «ανασκάπτουν» έγγραφα και υλικές μαρτυρίες, επιστρέφοντας στην ιστορική και αρχειακή έρευνα προκειμένου να διαμορφώσουν νέες αναγνώσεις και αντιλήψεις για το παρελθόν.
Η αρχαιολογία έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής εθνικής ταυτότητας, ιδίως στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι συστηματικές ανασκαφές συνδέθηκαν στενά με τις διαδικασίες συγκρότησης του κράτους. Η αρχαιολογική πρακτική λειτούργησε τότε ως πολιτιστικό και πολιτικό εργαλείο, μέσω του οποίου το νεοσύστατο ελληνικό κράτος επιδίωξε να αποδείξει την ιστορική συνέχεια που το συνέδεε με ένα εξιδανικευμένο κλασικό παρελθόν. Πολλές από αυτές τις ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν ή υποστηρίχθηκαν από ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, στον πυρήνα της πνευματικής και ιδεολογικής συγκρότησης των οποίων η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα έστεκε ως θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού. Από την Αναγέννηση και εξής, αυτή η πρόσληψη της κλασικής αρχαιότητας από τη Δύση διαμόρφωσε τους ίδιους τους όρους με τους οποίους ερμηνευόταν και αξιολογούνταν το αρχαίο παρελθόν της Ελλάδας, συχνά πριμοδοτώντας ορισμένες αφηγήσεις και περιθωριοποιώντας άλλες.
Τέλος, η έκθεση πραγματεύεται και την έννοια του ίδιου του μουσείου, του θεσμού εντός του οποίου ερχόμαστε κατά κύριο λόγο σε επαφή με την αρχαιότητα, αντιμετωπίζοντάς το ως χώρο ανασκαφής καθεαυτόν. Θέτοντας υπό αμφισβήτηση τον τρόπο ταξινόμησης, παρουσίασης και αφηγηματικής αναπαράστασης των αρχαιολογικών ευρημάτων, οι καλλιτέχνες καταδεικνύουν την ιδεολογική διαστρωμάτωση μέσα στον ίδιο τον ιστό της μουσειακής αυθεντίας. Κάποιοι εξ αυτών παρεμβαίνουν στους χώρους του, συστήνοντας εναλλακτικά αρχεία ή υποθετικές συλλογές που αποκαθιστούν την αυτενέργεια παραγνωρισμένων ή περιθωριοποιημένων φωνών. Άλλοι επανεπινοούν την εκθεσιακή παρουσίαση με τους όρους της περφόρμανς, εστιάζοντας στα αποικιοκρατικά και πολιτικά αφηγήματα εντός των οποίων εντάσσεται η πρακτική της δημιουργίας αρχαιολογικών συλλογών.
Μέσω του αναστοχαστικού της βλέμματος, η έκθεση αποκαλύπτει πως οι σημαντικότερες ανασκαφές δεν είναι αυτές που εξερευνούν τα κρυμμένα στο χώμα ίχνη του αρχαίου κόσμου, αλλά τις ίδιες τις νοηματικές δομές μέσω των οποίων ερμηνεύουμε το παρελθόν. Στο σύνολό τους, οι δεσμοί μεταξύ των διαφόρων πτυχών αυτών των αναζητήσεων, αναδεικνύουν την έκθεση Fragments and Futures / Θράυσματα και Συνέχειες ως κάτι ευρύτερο μιας σύγχρονης απόκρισης στην αρχαιότητα: πρόκειται μάλλον για έναν στοχασμό πάνω στην ίδια τη διαδικασία κατασκευής, μετάφρασης και επανεπινόησης της Ιστορίας. Ο θεατής της έκθεσης θα αποκομίσει νέα εργαλεία κατανόησης των τρόπων με τους οποίους οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν το παρελθόν για να σχολιάσουν την κουλτούρα και κοινωνική δυναμική του σήμερα, του πώς η κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας εξακολουθεί ακόμη να διαπνέει τις αντιλήψεις μας περί ομορφιάς, τάξης και πολιτισμού, και πώς η εκ νέου ερμηνεία του αρχαίου υλικού κατάλοιπου μπορεί να αποκαλύψει τις ασυνέχειες, τις σιωπές, και τις προκαταλήψεις που είναι συνυφασμένες με τον ίδιο τον ιστό της ιστορικής αφήγησης. Ανοίγοντας χώρο στον διάλογο μεταξύ σύγχρονης πρακτικής και κλασικής αρχαιολογίας, η έκθεση Fragments and Futures μας προσκαλεί να αναθεωρήσουμε τα όσα ο αρχαίος κόσμος μας κληροδότησε, αλλά και να φανταστούμε ξανά το μέλλον εκείνου του κόσμου. Εν τέλει, η έκθεση μας δείχνει πολύ καθαρά πως όταν κανείς στρέφει το βλέμμα προς τα πίσω, δεν μπορεί παρά να κοιτάξει συγχρόνως και προς τα εμπρός: ανασκάπτοντας το παρελθόν, ανακαλύπτουμε νέους τρόπους για να κατανοήσουμε το παρόν και να οραματιστούμε τα μελλούμενα.
Η έκθεση σηματοδοτεί τη 10η επέτειο από τότε που το Πρόγραμμα Εικαστικών του Ιδρύματος Schwarz επιμελείται η Κατερίνα Γρέγου, σε συνεργασία με την Ιόλη Τζανετάκη.